You may have all the money, Raymond, but I have all the men with guns.Vice President Francis Underwood, House of cards, (2013)

Η γερμανική νομισματική πολιτική για την κατεχόμενη Ευρώπη

Το γερμανικό «κατοχικό δάνειο», όπως το γνώρισε η Ελλάδα, αποτελεί μια υποπερίπτωση μιας γενικότερης πολιτικής του Γ' Ράιχ σχετικά με την οικονομική οργάνωση της Ευρώπης. Παρότι στην Ελλάδα αυτή η πολιτική τροποποιήθηκε λόγω ιδιαιτέρων συνθηκών, κυριότερες εκ των οποίων ήταν η τριπλή κατοχή και η απόφαση ανεφοδιασμού της αφρικανικής στρατιάς με ελληνικούς πόρους, η κατανόηση των βασικών γραμμών αυτής της πολιτικής είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη και για την ελληνική περίπτωση.

Για να κατανοήσουμε αυτήν την πολιτική είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε στις απόψεις που μόλις είχαν ωριμάσει μετά την γερμανική ανάκαμψη της δεκαετίας του 1930. Παρότι οι ιδέες αυτές θα συσχετισθούν και σε επόμενο κεφάλαιο με την διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, χρήσιμο είναι να αναφέρουμε όσα στοιχεία τους ερμηνεύουν την κατοχική νομισματική πολιτική.

Ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό προσχέδιο της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής οικονομίας αποτελεί η ομιλία του Γερμανού Υπ. Οικονομικών Walther Funk στις 25/7/1940, κατά την διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Βερολίνο. Πολύ συνοπτικά μπορούμε να αναφέρουμε ότι ο Γερμανός Υπ. Οικονομικών προέβλεπε την μετεξέλιξη των διμερών συμβάσεων ανταλλαγής σε πολυμερείς μέσω ενός γραφείου συμψηφισμού για όλη την Ευρώπη, την σύγκλιση του επιπέδου τιμών με τις γερμανικές, τις σταθερές ισοτιμίες με το μάρκο και την κυριαρχία του γερμανικού νομίσματος – και όχι του χρυσού – στο ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα. Ο Funk οραματιζόταν μια «ευρωπαϊκή οικονομική περιοχή» υψηλής αυτάρκειας σε πρώτες ύλες και «ορθολογικό» καταμερισμό εργασίας. Εντός αυτής θα μπορούσε να ανθίσει η Μεγάλη Γερμανία εξάγοντας στους Ευρωπαίους εταίρους της τελειωμένα βιομηχανικά αγαθά έναντι των ακατέργαστων πρώτων υλών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Συμπληρωματικά προς αυτό, η ευρωπαϊκή οικονομία θα μπορούσε να διεξάγει και κεντρικά σχεδιασμένο εμπόριο με την Ρωσία, τις ΗΠΑ και την Νότιο Αμερική.1 Αυτή η γραμμή σκέψης ήταν ευρέως γνωστή εκείνη την περίοδο, έχοντας μάλιστα αναλυθεί και στον ελληνικό Τύπο.2 Μεταπολεμικά έπαψε να προβάλλεται ενόψει της επικείμενης ευρωπαϊκής ενοποίησης υπό τον ευρωατλαντικό αντί του ναζιστικού άξονα.

Με άλλα λόγια, η Γερμανία φαίνεται να έβλεπε τις κατεχόμενες περιοχές σαν μια οικονομικά υποτελή ζώνη, πηγή πρώτων υλών και οιονεί αποικία· όχι οργανικό κομμάτι του ίδιου του Ράιχ αλλά μιας ευρύτερης συνομοσπονδίας. Δεν ήταν στον γερμανικό σχεδιασμό η νομισματική ενοποίηση υπό το γερμανικό μάρκο αυτό καθαυτό, αλλά μάλλον ο άμεσος έλεγχος των εθνικών νομισμάτων για την υλοποίηση του παραπάνω σχεδιασμού.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, σε όλες τις υπό κατοχή χώρες εισήχθησαν τα Reichskreditkassenscheine (RKK-scheine), ή «δελτία πιστωτικών ταμείων του Ράιχ» (ΔΠΤΡ). Αρχικώς, αυτά είχαν αρχίσει να τυπώνονται πριν τον πόλεμο για να αντικαταστήσουν τα γερμανικά μεταλλικά νομίσματα, ώστε το μέταλλο να χρησιμοποιηθεί για πολεμικούς σκοπούς. Η εμπειρία όμως χρήσης τους στην Πολωνία άλλαξε άρδην τον σκοπό τους.3 Εν συνεχεία αυτά άρχισαν να εκδίδονται για να παρακαμφθούν οι περιορισμοί που επέβαλλε η Συνθήκη της Χάγης στις επιτάξεις, και γι' αυτό χαρακτηρίσθηκαν από τον Emil Puhl, διευθύνοντα αντιπρόεδρο της Reicshbank, ως «δελτία επίταξης με επένδυση χρήματος».4

Τα ΔΠΤΡ ήταν πανομοιότυπα για όλες τις υπό κατοχή ευρωπαϊκές χώρες – ανυπόγραφα και χωρίς ημερομηνία έκδοσης – και δεν κυκλοφορούσαν εντός Γερμανίας. Δεδομένου ότι μετά την Anschluss του 1938 η Αυστρία είχε ενωθεί με την Γερμανία – και το αυστριακό σελίνι είχε αντικατασταθεί με το γερμανικό Reichsmark – τα ΔΠΤΡ ήταν ένα αποκλειστικό προνόμιο των μη γερμανόφωνων «υπανθρώπων».

Με την εισαγωγή των ΔΠΤΡ οι Γερμανοί όριζαν σταθερές ισοτιμίες με τα τοπικά νομίσματα, συνήθως προβαίνοντας σε μεγάλες υποτιμήσεις αυτών, ώστε ως «αγοραστές» των τοπικών αγαθών – από τους απλούς στρατιώτες έως την Βέρμαχτ – να διευκολύνονται στην λεηλασία της τοπικής αγοράς. Όταν οι έμποροι και ιδιώτες εισέπρατταν – ικανοποιημένοι – τα ΔΠΤΡ και τα κατέθεταν στις τράπεζές τους, αυτές τα κατέθεταν με την σειρά τους στην κεντρική τράπεζα που τους τα αντάλλασσε με τοπικό νόμισμα. Τέλος, η κεντρική τράπεζα τα παρέδιδε στο τοπικό ταμείο της Βέρμαχτ, το οποίο μπορούσε να τα ξαναβάλει στην κυκλοφορία. Έτσι, κάθε πληρωμή με ΔΤΠΡ μεταφραζόταν σε νέες εκδόσεις τοπικού νομίσματος αφού αυτά δεν αποσύρονταν ποτέ από την κυκλοφορία αλλά ανακυκλώνονταν.5

Η πρακτική ήταν πραγματικά αριστοτεχνική αφού μεταμφίεζε την λεηλασία σε οικονομική συναλλαγή. Επιπλέον, κρατούσε τον πληθωρισμό στην περιφέρεια, αφού η αύξηση των μέσων πληρωμής δεν μπορούσε να καταλήξει στην μητροπολιτική Γερμανία – όπου η πολεμική οικονομία είχε ήδη προκαλέσει μια σπάνι καταναλωτικών αγαθών. Σύμφωνα με τα γερμανικά σχέδια για την Ευρώπη, υλοποιείτο και νομισματικά η διαφοροποίηση των περιοχών της περιφέρειας από τον σκληρό πυρήνα.

Στην Ελλάδα τα ΔΠΤΡ κυκλοφόρησαν από τις 29/4/1941 και αποσύρθηκαν μόνο μετά την Γερμανοϊταλική συμφωνία της 5/8/1941, κατά την οποία τα δύο στρατεύματα θα προμηθεύονταν τα απαραίτητο ρευστό από την ΤτΕ σε δραχμές (βλ. παρακάτω).6 Η ποσότητα που εισήχθη είναι άγνωστη και μόνον αποσπασματικά δεδομένα είναι γνωστά. Π.χ. το 2012 ήλθε στην επιφάνεια η ύπαρξη 57 σάκων με 14.334.000 ΔΠΤΡ στα θησαυροφυλάκια της ΤτΕ.7 Η αρχική τους ισοτιμία ήταν 50 δρχ, ενώ από τις 23/6/1941 διαμορφώθηκε στις 60 δρχ.8 Αυτή η ισοτιμία ισοδυναμούσε με υποτίμηση της δραχμής κατά 23%, καθώς την προηγουμένη του πολέμου το μάρκο συναλλασσόταν προς 46 δρχ.9

Προς το τέλος της κατοχής, ο πανικός της επικείμενης ήττας έφερε στο προσκήνιο μια πιο ad hoc πρακτική. Λίγο πριν την αποχώρησή τους οι Γερμανοί φρόντισαν να βάλουν στην αγορά ιδιότυπα χρηματικά υποκατάστατα. Στην Θεσσαλονίκη, το δεύτερο ήμισυ του Οκτωβρίου 1944 κυκλοφόρησαν ως χρήμα οι μάρκες καντίνας των Γερμανών στρατιωτών (σε αξίες 1, 2, 10 και 50 pfennig). Στα Τρίκαλα, ο Γερμανός Διοικητής Freulich επεσήμανε 50.000 χαρτονομίσματα των 5.000 δρχ του 1943 με νέα αξία 200 εκ. δρχ. Αυτά κυκλοφόρησαν μεταξύ 7-18/10/1944.10

Παραπομπές

1 Walther Funk, Die wirtschaftliche Neuordnung Europas, 25/7/1940 (η ομιλία παρατίθεται στο Quellen zur Neuordnung Europas, τ. 1, σελ. 12-21, http://www.profit-over-life.org/books/books.php?book=37&pageID=12&expand=no&addPage=0. Αγγλική μετάφραση στο http://www4.dr-rath-foundation.org/brussels_eu/roots/06_economic_reorganization_europe.html).

2 Τα νομίσματα της Ευρώπης, Οικονομολόγος Αθηνών, 2/11/1940, σελ. 1.

3 Götz Aly, Το λαϊκό κράτος του Χίτλερ, Κέδρος, Αθήνα 2009 (2005), σελ. 122.

4 Aly, σελ. 116.

5 Aly, σελ. 326.

6 Γεράσιμος Νοταράς, Το ελληνικό χαρτονόμισμα. Μια διαδρομή, 1822-2002, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2005, σελ. 393.

7 Επιτροπή για 57 σάκους με κατοχικά γερμανικά μάρκα, Καθημερινή, 10/4/2012 (διαθέσιμο στο http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_10/04/2012_478583). Οι διάφορες εκτιμήσεις για το ύψος έκδοσης των ΔΠΤΡ κυμαίνονται εντός ευρέων ορίων. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι κατά τον Crapanzano μέχρι τις 31/12/1941 είχαν ανταλλαγεί γερμανικά κατοχικά μάρκα αξίας 2.926.980.000 δραχμών και «μεσογειακές «δραχμές» αξίας 1.733.918.700 δραχμών. Ο Βενέζης ανεβάζει την αξία των ανταλλαχθέντων κατοχικών χαρτονομισμάτων σε 7,04 δις δραχμές. Ο Αγγελόπουλος αναφέρει ότι ανταλλάχθηκαν μάρκα αξίας 530.824 χρυσών λιρών και μεσογειακές δραχμές αξίας 574.081 χρυσών λιρών, χωρίς όμως να προσδιορίζει την ισοτιμία με την οποία κάνει τον υπολογισμό. Η Έκθεση Λαμπρούκου αναφέρει ότι αγοράσθηκαν κατοχικά μάρκα αξίας 782.428 χρυσών λιρών (ενώ κατοχικά μάρκα αξίας 214.273 χρυσών λιρών δεν παραδόθηκαν) και ότι καταστράφηκαν στην πυρά μεσογειακές δραχμές αξίας 3.659.766.480 δρχ (846.189 χρυσών λιρών). Ο Γατόπουλος συμφωνεί με τον Crapanzano στο ότι η Ελλάδα χρεώθηκε με 10 δις δρχ, ενώ σύμφωνα με εμπιστευτικό σημείωμα του Ι. Πασσιά, η απόσυρση των κατοχικών μάρκων κόστισε 29.592.854 δολάρια του 1944. Κατά τον Φωκά Κοσμετάτο αποσύρθηκαν περί τα 3,3 δις «ιονικές δραχμές» στον Σεπτέμβριο του 1943.

8 (α) Ηλιαδάκης, Κατοχικό δάνειο, Πελασγός, Αθήνα 2012, σελ. 84-85. (β) Τα νομισματικά, Οικονομικός Ταχυδρόμος, 30/6/1941, σελ. 1.

9 Οικονομικός Ταχυδρόμος, 7/4/1941, σελ. 2.

10 Γεράσιμος Νοταράς, σελ. 394.

Add new comment