Κατά κανόνα, οι σημερινοί οικονομολόγοι δεν κάνουν τον κόπο να μελετήσουν την ιστορία του χρήματος. Είναι πολύ ευκολότερο να την φανταστούν και να υποθέσουν τις αρχές αυτής της φανταστικής γνώσης Alaxander del Mar, A History of monetary systems (1901)

ΑΕΠ, ένας προβληματικός δείκτης

Ανάπτυξη, ανάπτυξη, ανάπτυξη

Αυτό ήταν το σύνθημα του Πρωθυπουργού Κ. Σημίτη το 1999.1 Αυτή την σύσταση έκανε ο επικεφαλής του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος-Καν στον Γ. Παπανδρέου το 2010.2 Αυτό ήταν το μανιφέστο του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Α. Σαμαρά το 2011.3 Μέχρι και Υπουργείο Ανάπτυξης δημιούργησε ο Γ. Παπανδρέου λίγο αργότερα.

Η ανάπτυξη είναι μια λέξη με μεγάλη πολιτική φόρτιση. Όλοι την θέλουν και κανείς δεν την αρνείται. Όμως τι είναι;

Από καθαρά τεχνικής πλευράς, «ανάπτυξη» είναι ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν). Αν το ΑΕΠ από 80 μονάδες την μια χρονιά ανέβει στις 81 την επόμενη (συνήθως συνυπολογίζοντας και τον πληθωρισμό), έχουμε ανάπτυξη 1,25%. Αν πέσει στις 79, έχουμε ύφεση 1,25%. Απαντώντας λοιπόν στο ένα ερώτημα γεννιέται ένα άλλο: τι είναι το ΑΕΠ;

Δημιουργώντας έναν στατιστικο δείκτη

Το ΑΕΠ ως στατιστικό μέγεθος αποτελεί προϊόν της κρατικής επιθυμίας για προγραμματισμό της οικονομίας. Τα πρώτα ολοκληρωμένα βήματα προς την κατάρτισή του έγιναν στις ΗΠΑ το 1932 από τον Ρωσοαμερικανό οικονομολόγο Simon Kuznets, ο οποίος εφάρμοσε σε πρωτοφανή έκταση και με πρωτοφανή μεθοδικότητα μεθοδολογίες που στο παρελθόν είχαν εφαρμοσθεί μόνον αποσπασματικά. Μεσούσης της μεγάλης ύφεσης, το αμερικανικό Υπουργείο Εμπορίου του ανέθεσε την κατάρτιση ενός εργαλείου που θα μετρούσε συνοπτικά και με ακρίβεια την πορεία της οικονομίας. Ο Kuznets, εργαζόμενος τότε με απόσπαση από το National Bureau of Economic Research, προχώρησε με συστηματικότητα στην καταγραφή μιας μεγάλης σειράς εισοδημάτων και στην απόσταξή τους σε έναν και μόνον αριθμό, το Εθνικό Εισόδημα (ή Καθαρό Εθνικό Εισόδημα, Net National Income, NNI), που προέκυπτε από την άθροιση των καθαρών αγοραίων τιμών4 όλων των προϊόντων και υπηρεσιών που πωλούνταν από τους υπηκόους ακόμη και εκτός επικρατείας. Με τον τρόπο αυτό επιχειρούσε να «περιγράψει την συνολική δραστηριότητα της εθνικής οικονομίας με μια παράμετρο, δηλ. το μέγεθος του τελικού καθαρού προϊόντος».5

Τα προβλήματα

Ο ίδιος ήταν απόλυτα ξεκάθαρος ως προς την χρησιμότητα, την σημασία και τους περιορισμούς του εργαλείου που μόλις είχε κατασκευάσει. Όπως κατέθεσε στο Κονγκρέσο το 1934,6 πολλές παραγωγικές εργασίες που γίνονται δίχως ανταλλαγή χρήματος δεν καταγράφονται στους πίνακές του, ενώ πολλά καταγραφόμενα εισοδήματα δεν αντιστοιχούν σε πραγματικά παραγωγικές εργασίες· μάλιστα, μερικά αντιστοιχούν σε καταστροφές. Ο ίδιος χρησιμοποίησε το κλασικό παράδειγμα των νοικοκυρών, των οποίων την συμβολή στο εθνικό προϊόν χαρακτήρισε «επιβλητική» (imposing), όμως αδύνατον να προσμετρηθεί εφόσον δεν συνδέεται με ανταλλαγή χρήματος.7 Συνέπεια του ανωτέρω αποτελεί η πνευματώδης, αλλά απολύτως ακριβής, διατύπωση ότι όταν κάποιος παντρεύεται την οικιακή του βοηθό αφαιρεί από το εθνικό εισόδημα. Ο Kuznets έδωσε και άλλα αντίστοιχα παραδείγματα: προϊόντων και υπηρεσιών που καταναλώνονται χωρίς τη μεσολάβηση χρήματος (ιδιοκατοίκηση), υπηρεσιών που πληρώνονται αλλά δεν δηλώνονται (μαύρη εργασία ή «odd jobs», και παράνομες δραστηριότητες), πληρωμών που γίνονται χωρίς την παροχή υπηρεσίας (ελεημοσύνη), ή δραστηριοτήτων – νομίμων ή παρανόμων – που γίνονται με ανταλλαγή χρήματος αλλά δεν προάγουν την γενική ευημερία.

Σαν καλός στατιστικολόγος ο Kuznets ξεκινά την περιγραφή του από το τι δεν κάνει το εργαλείο που κατασκεύασε και από τις πιθανές «χρήσεις και καταχρήσεις» στις οποίες μπορεί να υποπέσει. Ξεκαθαρίζει ότι η απλότητα και ακρίβεια ενός ξερού αριθμού δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Μπορεί το εθνικό εισόδημα να μετρά με νόημα τις σχετικές διαφορές μεταξύ κρατών την ίδια στιγμή, ή την πορεία του ίδιου κράτους στον χρόνο, μόνον όμως λαμβάνοντας υπόψη τους παραπάνω περιορισμούς: ότι δηλαδή αναφέρεται σε δραστηριότητες εντός της αγοράς μιας οικονομίας, και όχι στο σύνολο της οικονομίας. Δηλαδή ο Kuznets θεωρεί την αγορά ως υποσύνολο της οικονομίας, κατά συνέπεια αυτός ο αριθμός δεν μπορεί να αποτιμήσει την γενική ευημερία της οικονομίας ενός έθνους.8

Η πολιτική απόφαση

Σε πολιτικό επίπεδο ο ίδιος ο Kuznets προτιμούσε μια «πεφωτισμένη κοινωνική φιλοσοφία» που θα αφαιρούσε από τον υπολογισμό του εθνικού εισοδήματος καταστροφικές και μη παραγωγικές δραστηριότητες όπως τους εξοπλισμοί, την διαφήμιση και την χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, καθώς επίσης και τα φαραωνικά έργα αστικής υποδομής που υπάρχουν απλώς για κάνουν την ζωή βιώσιμη.9 Με τον πόλεμο όμως να πλησιάζει αυτή η οπτική που εξαιρούσε τις κυβερνητικές δαπάνες από τις παραγωγικές δραστηριότητες δεν θα ήταν και τόσο δημοφιλής, αφού οι πολεμικές δαπάνες θα μείωναν το Εθνικό Εισόδημα. Χρειαζόταν κάποιος δείκτης που δεν θα παρουσίαζε αυτό το πρόβλημα. Στην έκδοση του 1937 ο Kuznets θα μιλούσε πλέον για το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (Gross National Product, GNP),10 ένα μέγεθος που μετρούσε τις ακαθάριστες δαπάνες (μαζί με τα έξοδα παραγωγής) από τους υπηκόους της χώρας, εντός ή εκτός της επικράτειας. Το μέγεθος είχε εισηγηθεί λίγο νωρίτερα ο Clark Warburton και περιελάμβανε τις κρατικές δαπάνες.11 Από το 1944, μετά την σύσκεψη του Μπρέτον Γουντς, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (Gross Domestic Product, GDP, ή ΑΕΠ)12 θα γινόταν σταδιακά ο πιο δημοφιλής δείκτης, διαδικασία που στην Ελλάδα ξεκίνησε από το 1954-55.13

Μπορεί τα μεγέθη να μην είναι ταυτόσημα, όμως η στατιστική μεθοδολογία που ακολουθείται και για τα δύο είναι κοινή. Άρα και οι περιορισμοί τους είναι κοινοί. Το ΑΕΠ λοιπόν είναι ένα στατιστικό μέγεθος αφενός μη επακριβώς μετρήσιμο, αφετέρου που δεν αντανακλά αναγκαστικά την κοινωνική ευημερία. Επιπλέον είναι μεταβαλλόμενο, καθώς ο «σωστός» υπολογισμός του υφίσταται περιοδικά δραστικές αλλαγές.14 Τέλος, ακόμη και η τήρηση της «σωστής» μεθοδολογίας δεν αποκλείει τις πολιτικά υποκινούμενες λαθροχειρίες στον υπολογισμό του. Μια από τις πρώτες εξαιρέσεις του Kuznets το 1934 θα ανατρεπόταν το 2006 όταν ο Γ. Αλογοσκούφης θα προσμετρούσε στο ελληνικό ΑΕΠ και την πορνεία. Και παρά την χλεύη που τότε θα εισέπραττε, το 2014 η Eurostat θα ερχόταν να τον μιμηθεί.

Παραπομπές

1 Στις 2/3/1999, μετά το τέλος της συνόδου του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (Εγγυητές της ΟΝΕ και των αντεργατικών μέτρων, Ριζοσπάστης, 3/3/1999, διαθέσιμο στο http://www1.rizospastis.gr/storyPlain.do?id=3763419).

2 Στις 7/12/2010, σε επίσκεψη στον Γ. Παπανδρέου (Capital.gr, 8/12/2010, http://www.capital.gr/stoupas/Article.aspx?id=1100098).

3 Πρακτικά Συνεδριάσεων της Βουλής, ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΙΓ', ΣΥΝΟΔΟΣ Β', ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ Ρ', 16/3/2011, σελ. 7576 (διαθέσιμο στο http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es20110316%20(proi).pdf. Επίσης, στο http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es110316pr_1.doc, σελ. 18).

4 Δηλαδή τιμή πώλησης στην αγορά μείον κόστος παραγωγής.

5 Simon Kuznets, National income 1929-1932, National Bureau of Economic Research, Bulletin 49, 7/6/1934 (διαθέσιμο στο www.nber.org/chapters/c2258.pdf).

6 National Income, 1929-1932, Senate Document No 124, 73d Congress, 2d Session.

7 National Income, 1929-1932, Senate Document No 124, σελ. 4-5.

8 National Income, 1929-1932, Senate Document No 124, σελ. 5-6.

9 Simon Kuznets, Concepts of national income, Discussion, σελ. 37 (διαθέσιμο στο http://www.nber.org/chapters/c8136.pdf). Από το συλλογικό: Studies in Income and Wealth, Volume 1, Conference on Research in Income and Wealth - National Bureau of Economic Research, New York 1937 (διαθέσιμο στο http://papers.nber.org/books/unkn37-1).

10 Simon Kuznets, National income and capital formation 1919-1935, National Bureau of Economic Research, New York 1937 (διαθέσιμο στο http://www.nber.org/books/kuzn37-1).

11 Clark Warburton, Value of the Gross National Product and Its Components, 1919-1929, Journal of the American Statistical Association, 1934, 29, 383-388.

12 Aφορά στους κατοίκους της επικράτειας ανεξαρτήτως υπηκοότητας.

13 Βλ. π.χ.: (α) ΤτΕ, Έκθεση του Διοικητή 1954, σελ. 11 (εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1955). (β) ΕΣΥΕ, ΣΣΕΕ 1954, σελ. 170.

14 Στην Ελλάδα μέχρι το 1988 χρησιμοποιείτο το σύστημα του ΟΟΣΑ του 1958. Η Κοινοτική Οδηγία 89/130 της 13/2/1989 της ΕΟΚ/ΕΥΡΑΤΟΜ υποχρέωσε τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ολοκληρωμένων Λογαριασμών (ΕΣΟΛ) του 1979 (European System of Integrated Accounts, ή ESA 79). Στην Ελλάδα, η πρώτη χρονιά με το αναθεωρημένο σύστημα ήταν το 1988. Αποτέλεσμα της αναθεώρησης ήταν η αύξηση του ΑΕΠ του 1988 κατά 20%. Από τον Απρίλιο του 1996 (δυνάμει του κανονισμού 2223/96 της ΕΕ του Συμβουλίου της 25/6/1996) τα κράτη-μέλη υποχρεώθηκαν να υιοθετήσουν το νέο πρότυπο ΕΣΟΛ 95 (ή ESA 95). Πρώτη χρονιά εφαρμογής στην Ελλάδα ήταν στα στοιχεία του 1995, τα οποία δόθηκαν για πρώτη φορά το 1999. (βλ. Γρηγόρης Γρηγοριάδης, Το ΑΕΠ της χώρας (1980-1999). Δομή και εξέλιξη - Τάσεις και συμπεράσματα, http://www.kke.gr/2000_4/to_aep_ths_xoras_1980-1999_domh_kai_ekseliksh-taseis_kai_symperasmata).

Προσθήκη νέου σχολίου