Κανένα παράδειγμα οικονομίας αντιπραγματισμού, απλού και καθαρού, δεν έχει περιγραφεί ποτέ, πολλώ δε μάλλον η ανάδυση του χρήματος από αυτόν. Όλη η διαθέσιμη εθνογραφία υποδεικνύει ότι ποτέ δεν υπήρξε κάτι τέτοιο. Caroline Humphrey, Barter and Economic Disintegration (1985)

Κοινοπρακτική προμήθεια υλικού πληροφορικής από ακαδημαϊκά ιδρύματα: προοπτική διάδοσης του ελεύθερου λογισμικού

Άρθρο αναδημοσιευμένο στο ΕΛΛΑΚ και στις «Ανιχνεύσεις».

Πριν από αρκετά χρόνια είχα αναφερθεί στην σημασία του ελεύθερου λογισμικού σε θέματα εθνικής ασφαλείας και εθνικής ανεξαρτησίας (βλ. και αρχείο του άρθρου στο Wayback Machine). Πιο πρόσφατα, περιέγραψα μια κλιμακωτή πολιτική σε θέματα κρατικών προμηθειών και πιστοποιήσεων, από de minimis στα πρώτα στάδια, έως ολοκληρωμένη τελικά (εδώ και εδώ). Το οικονομικό επιχείρημα υπέρ αυτής ήταν ότι θα μπορούσε πρωτογενώς να βοηθήσει στην ισοσκέλιση των εθνικών λογαριασμών (μέσω μείωσης του εμπορικού ελλείμματος) και στην μείωση των κρατικών δαπανών (από εμπορικές άδειες χρήσης λογισμικού). Δευτερογενώς θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν ενδογενή παραγωγικό κλάδο σε θέματα ανάπτυξης λογισμικού (και όχι μόνον) ο οποίος θα απέφερε εισόδημα σε επιχειρηματίες, φόρους στα κρατικά ταμεία καιγιατί όχι;μια εξαγωγική δραστηριότητα. Προφανώς υπήρχαν και άλλα επιχειρήματα που σχετίζονταν με την ασφάλεια και τα δικαιώματα του πολίτη, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι δευτερεύοντα, τουλάχιστον για τον γράφοντα. Στο παρόν κείμενο θα ήθελα να εμβαθύνω στις οικονομικές πλευρές του θέματος των προμηθειών.

Η βάση της προηγούμενης πρότασής μου αφορούσε ως επί το πλείστον στις κεντρικές παραγγελίες κρατικών οργανισμών, ως έχουσες μια μάζα που θα υποχρέωνε τους προμηθευτές να «συμμορφωθούν» στο εθνικό συμφέρον αν θα ήθελαν μερίδιο της «πίτας» των προμηθειώνεπίσης, στα πιστοποιητικά επάρκειας για τους διαγωνισμούς πρόσληψης στο Δημόσιο δίνοντας έμφαση στο ελεύθερο λογισμικό, με βάση το ίδιο σκεπτικό πίεσης.

Υπάρχουν όμως και κρατικές παραγγελίες μικρότερης κλίμακας, που υλοποιούνται απευθείας από τους τελικούς χρήστες. Στις περιπτώσεις αυτές, η αγορά π.χ. ενός μόνο υπολογιστή δεν δίνει στον τελικό χρήστη/αγοραστή το διαπραγματευτικό βάρος να υπαγορεύσει τους όρους του, ειδικώς σε ό,τι αφορά σε θέματα λογισμικού. Τέτοιες περιπτώσεις είναι π.χ. οι αγορές μηχανημάτων από Πανεπιστημιακά και Ερευνητικά ιδρύματα για λογαριασμό μελών ΔΕΠ και Ερευνητών. Στις περιπτώσεις αυτές, οι ποικίλες και εξειδικευμένες ανάγκες των τελικών χρηστών υπαγορεύουν συστήματα μεγάλης ποικιλίας διαμορφώσεων: άλλες ανάγκες έχει ένα μέλος ΔΕΠ σε κάποιο φιλολογικό τμήμα, και άλλες ένας θεωρητικός φυσικός που θέλει να φτιάξει ένα μικρό cluster και άλλες ένα μέλος σε τμήμα Μουσικών Σπουδών που ενδιαφέρεται για επεξεργασία ήχου. Παράλληλα, κάθε διαμόρφωση εξυπηρετεί μικρό αριθμό χρηστών–ίσως έναν και μόνο.

Έχουμε λοιπόν εδώ την αντίστροφη κατάσταση σε σχέση με τις κεντρικές παραγγελίες: αντί για λίγες διαμορφώσεις με πολλά τεμάχια ανά διαμόρφωση, έχουμε πολλές διαμορφώσεις με λίγα τεμάχια ανά διαμόρφωση. Φαινομενικά, οι τελικοί χρήστες/αγοραστές δεν έχουν κανένα μέσον πίεσης από πλευράς ποσότητας, ώστε να πιέσουν για ένα μηχάνημα «γυμνό», δηλαδή χωρίς προεγκατεστημένα Windows. Αλλά και οι προμηθευτές έχουν ένα φαινομενικά ακράδαντο επιχείρημα σε σχέση με την οικονομία κλίμακας:

Τα κόστη μας θα ανέβουν αν παρέχουμε επιπλέον επιλογές στην διαμόρφωση των μηχανημάτων. Το να αφαιρούμε τα Windows, τελικά θα μας κοστίσει περισσότερο καθώς θα κάνει πιο πολύπλοκη την γραμμή παραγωγής.

Το τελευταίο αυτό επιχείρημα δεν είναι αποκύημα της φαντασίας μου. Μου το εξέθεσε πωλητής μεγάλης ελληνικής αλυσίδας καταστημάτων ηλ. υπολογιστών (με δική της μάρκα μηχανημάτων), όταν ζήτησα την μη εγκατάσταση των Windows σε φορητό της δικής της μάρκας (και όχι κάποιας τρίτης). Προφανώς, οι καταναλωτές δεν διαθέτουμε τα στοιχεία για να επιβεβαιώσουμε ή να διαψεύσουμε ένα τέτοιο επιχείρημα, το οποίο άλλωστε ακούγεται ευλογοφανές.

Είναι όμως;

Η γαλλική αγορά Matinfo για προμήθειες πληροφορικού υλικού ακαδημαϊκών ιδρυμάτων

Ας δούμε λοιπόν συνοπτικά την αγορά Matinfo (Groupement d'achat de matériel informatique pour l'enseignement supérieur et la recherche), που αποτελεί μια από τις πολλές αγορές που έχει συστήσει η γαλλική Amue (Agence de mutualisation des universités et établissements). Η Amue είναι μια κοινοπραξία που ιδρύθηκε το 1992 για την ανάπτυξη λογισμικού διαχείρισης ακαδημϊκων ιδρυμάτων, και εν συνεχεία για την ομαδική διαχείριση θεμάτων πληροφορικής από αυτά. Η αγορά Matinfo δημιουργήθηκε το 2005 για τις συντονισμένες αγορές υλικού πληροφορικής από δημόσια ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια. Από το 2013, 170 ιδρύματα συμμετείχαν στην αγορά αυτή. Οι εργαζόμενοι των ιδρυμάτων αυτών μπορούν στην αγορά αυτή να αγοράσουν από... τσάντες φορητών υπολογιστών μέχρι εξυπηρετητές (servers). Μπορούμε να πούμε ότι η Amue είναι μια δομή ανάλογη του Συνδέσμου Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών (HEAL-Link), ο οποίος διαπραγματεύεται την αγορά συνδρομών επιστημονικών περιοδικών για λογαριασμό του συνόλου των ελληνικών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, σε τιμές πολύ καλύτερες από εκείνες που θα μπορούσαν να επιτύχουν μεμονωμένα ακαδημαϊκά ιδρύματα.

Οι προμηθευτές που συνάπτουν συμφωνία με την Amue για να συμμετάσχουν στην αγορά Matinfo προσφέρουν τα προϊόντα τους μέσω ιστοσελίδας, όπου οι αγοραστές διαθέτουν καλάθι αγορών όπως σε ένα σύνηθες ηλεκτρονικό κατάστημα (π.χ., την στιγμή αυτή η Dell προμηθεύει μια πλήρη γκάμα πληροφορικού υλικού). Πρόσβαση στην ιστοσελίδα έχουν οι εργαζόμενοι στα ιδρύματα αυτά και μέσω αυτής μπορούν να παραγγείλουν υλικό που ποικίλει από πολύπριζα των 20 ευρώ, έως υλικό υποδομών δικτύου πολλών χιλιάδων ευρώ. Μεγάλο ποσοστό των προσφερόμενων προϊόντων αποτελούν και οι προσωπικοί υπολογιστές, γραφείου (desktop) ή φορητοί.

Πρώτη παρατήρηση, είναι ότι η πλατφόρμα αυτή επιτρέπει την αγορά μηχανημάτων χωρίς λειτουργικό σύστημα Windows, το οποίο προσφέρεται ξεχωριστά και τιμολογείται ως επιλογή (η έκδοση Microsoft Windows 10 Pro προσφέρεται έναντι 101 ευρώ χωρίς ΦΠΑ). Εναλλακτικά παρέχεται η δυνατότητα δωρεάν προεγκατεστημένου λειτουργικού GNU/Linux (συγκεκριμένα της διανομής Ubuntu 16.04).

Πεδίο επιλογής λειτουργικού συστήματος.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αυτή είναι μια επιλογή που γίνεται με ένα απλό κλικ από τον υποψήφιο αγοραστή, χωρίς άλλη διατύπωση, και χωρίς να απαιτείται η αγορά μεγάλου αριθμού μηχανημάτων. Προσφέρεται ακόμη και για την αγορά ενός βασικού μηχανήματος των 200 ευρώ. Προφανώς, η κατασκευάστρια εταιρεία ενσωμάτωσε αυτήν την δυνατότητα στην γραμμή παραγωγής της.

Ποια είναι όμως η συνέπεια για το συνολικό κόστος; Μήπως η δυνατότητα αυτής της επιλογής περιπλέκει την διαδικασία κατασκευής και αυξάνει το τελικό κόστος;

Ένα παράδειγμα

Για να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα συγκρίνουμε έναν υπολογιστή Dell Latitude 5580 όπως πωλείται από την πλατφόρμα και όπως πωλείται στο εμπόριο, με το λειτουργικό σύστημα Windows 10 ως υποχρεωτική προεπιλογή. Η βασική διαμόρφωση που επελέγη ήταν η http://www.dell.com/fr-fr/work/shop/cty/pdp/spd/latitude-15-5580-laptop/n009l558015emea, με τις απαραίτητες προσθαφαιρέσεις ώστε τα δύο μηχανήματα να είναι όμοια (ή πανομοιότυπα).

Το αποτέλεσμα ομολογώ εξέπληξε κι εμένα τον ίδιο (τιμοληψία της 22/11/2017): προ φόρων, το μηχάνημα με τα Windows κόστιζε 463€ στην πλατφόρμα Matinfo, και 1038,30€ στην ιστοσελίδα της Dell! Αφενός η τιμή εκκίνησης ήταν πολύ πιο υψηλή στην δεύτερη περίπτωση (899€), όμως επιπλέον κόστος προσέθεσε και η εγγύηση 3 ετών που κόστιζε 149,50€ για του ιδιώτες, ενώ προσφερόταν δωρεάν στο Matinfo.

Προφανώς η Dell βρήκε τρόπους να κρατήσει το κατασκευαστικό κόστος χαμηλά παρ’ όλη την προσφερόμενη ευελιξία. Μάλιστα να σημειώσουμε ότι οι επιλογές διαμόρφωσης στο Matinfo είναι πολύ περισσότερες (π.χ. προσφέρονται 10 διαφορετικοί επεξεργαστές έναντι ενός και μόνο στους ιδιώτες).

Πεδίο επιλογής επεξεργαστή.

Συμπέρασμα

Η παραπάνω σύγκριση καταρρίπτει απευθείας το οποιοδήποτε επιχείρημα οικονομιών κλίμακας στο κόστος διαμόρφωσης ενός μηχανήματος κατά την φάση συναρμολόγησης. Παρότι αυτό δεν είναι αυτονόητο εξ'αρχής, εκ των υστέρων είναι λογικό αν συγκρίνουμε με άλλες βιομηχανίες. Π.χ., την στιγμή που οι αυτοκινητοβιομηχανίες μπορούν να παράσχουν εκατοντάδες συνδυασμούς διαφορετικών χρωμάτων, σαλονιών, κυβισμών κλπ σε χαμηλές τιμές, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι και οι κατασκευαστές ηλ. υπολογιστών έχουν στην διάθεσή τους αντίστοιχες τεχνικές για την διαμόρφωση του δικού τους προϊόντος σε πολλές παραλλαγές χωρίς μεγάλη επιβάρυνση.

Το δεύτερο συμπέρασμα, που εκρέει από το παραπάνω, είναι ότι μια συλλογική διαπραγμάτευση για την μειοδοτική παροχή υλικού μπορεί να είναι επιτυχημένη ακόμη και για μικρές, πολυάριθμες και ποικιλόμορφες παραγγελίες. Και στις διαμορφώσεις μπορεί να προστεθεί και το λειτουργικό σύστημα.

Είναι πλέον τετριμμένο να αναφέρουμε ότι ειδικά σήμερα ο κρατικός προϋπολογισμός πρέπει να επιτυγχάνει το μέγιστο δυνατό λόγο οφέλους/κόστους και ότι πρέπει να αναπτυχθούν τακτικές που θα το επιτυγχάνουν αυτό.

Είναι πεποίθηση του γράφοντος ότι περίπου 8.200 υποψήφιοι πελάτες (7.187 μέλη ΔΕΠ, 683 καθηγητές ΤΕΙ, 405 ερευνητές το 2015) δημιουργούν μια κρίσιμη μάζα που μπορεί να δημιουργήσει νέες ισορροπίες.

Αν κάτι αποδεικνύει το παράδειγμα της κοινοπραξίας HEAL-Link, είναι ότι ένα μονοπώλιο (ή ολιγοπώλιο) όπως των Elsevier, Wiley, Springer κλπ, μπορεί να αντιμετωπισθεί με την ανάπτυξη ενός μονοψωνίου. Η εμπειρία της HEAL-Link σε τέτοια θέματα, ενδέχεται να είναι εξαιρετικά χρήσιμη αν και όταν δημιουργηθεί κίνηση τέτοιου μονοψωνίου για αγορές υπολογιστικού υλικού από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα της χώρας, ή από άλλες οριζόντιες κρατικές δομές με αντίστοιχες ανάγκες και χαρακτηριστικά.

Προσθήκη νέου σχολίου